ευτέλεια

η
1. μικρή αξία, κατώτερη ποιότητα.
2. μτφ., μικροπρέπεια, χυδαιότητα: Ευτέλεια χαρακτήρα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εὐτελείᾳ — εὐτελείᾱͅ , εὐτέλεια having little to pay fem dat sg (attic doric aeolic) εὐτελείᾱͅ , εὐτέλεια having little to pay fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτέλεια — having little to pay fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευτέλεια — η (ΑΜ εὐτέλεια, Α και ιων. τ. εὐτελίη) [ευτελής] 1. το να είναι κάτι φθηνό, η φθήνια, η χαμηλή τιμή 2. χυδαιότητα, προστυχιά, ποταπότητα, μικροπρέπεια, μικρότητα («ευτέλεια συμπεριφοράς, χαρακτήρα» κ.λπ.) μσν. 1. περιφρόνηση, καταφρόνηση 2. (με… …   Dictionary of Greek

  • εὐτελείας — εὐτελείᾱς , εὐτέλεια having little to pay fem acc pl εὐτελείᾱς , εὐτέλεια having little to pay fem gen sg (attic doric aeolic) εὐτελείᾱς , εὐτέλεια having little to pay fem acc pl (ionic) εὐτελείᾱς , εὐτέλεια having little to pay fem gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτελείαι — εὐτελείᾱͅ , εὐτέλεια having little to pay fem dat sg (attic doric aeolic) εὐτελείᾱͅ , εὐτέλεια having little to pay fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτελείαις — εὐτέλεια having little to pay fem dat pl εὐτέλεια having little to pay fem dat pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτελείῃ — εὐτέλεια having little to pay fem dat sg (epic ionic) εὐτέλεια having little to pay fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηὑτέλεια — εὐτέλεια , εὐτέλεια having little to pay fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτελείην — εὐτέλεια having little to pay fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐτελίη — εὐτέλεια having little to pay fem nom/voc sg (epic ionic) εὐτελίη having little to pay fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.